Η λεϊσμανίαση ή καλαζάρ του σκύλου είναι μια σοβαρή παρασιτική νόσος που πλήττει σκύλους σε πολλές περιοχές της Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Οφείλεται στο πρωτόζωο Leishmania infantum και μεταδίδεται μέσω του τσιμπήματος μολυσμένων σκνιπών. Η νόσος μπορεί να παραμείνει «κρυφή» για μήνες ή και χρόνια, μέχρι να εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.
Η έγκαιρη ενημέρωση, η πρόληψη και η υποστηρικτική φροντίδα του σκύλου είναι καθοριστικές για τη διατήρηση της υγείας και της ευζωίας του.
Η λεισμανίαση προκαλείται από ένα παράσιτο που μεταδίδεται από τη σκνίπα. Η σκνίπα μολύνεται όταν τσιμπήσει έναν ήδη προσβεβλημένο σκύλο και στη συνέχεια μεταδίδει το παράσιτο σε άλλα ζώα. Η περίοδος επώασης της νόσου μπορεί να κυμαίνεται από 3 μήνες έως αρκετά χρόνια.
Δεν θα νοσήσουν όλοι οι σκύλοι που εκτίθενται στο παράσιτο. Ορισμένοι κατορθώνουν να καταπολεμήσουν τη μόλυνση χάρη στο ισχυρό τους ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ άλλοι θα αναπτύξουν κλινικά συμπτώματα. Η διάγνωση γίνεται με εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως η PCR, η οποία ανιχνεύει την παρουσία του παρασίτου στον μυελό των οστών, στο δέρμα ή στα λεμφογάγγλια.
Οι σκνίπες που μεταδίδουν τη λεισμανίαση είναι περισσότερο ενεργές από την άνοιξη μέχρι αργά το φθινόπωρο και τσιμπούν κυρίως το σούρουπο. Οι σκύλοι που παραμένουν φορείς του παρασίτου κατά τη διάρκεια του χειμώνα μπορούν να μολύνουν τις νέες σκνίπες την άνοιξη, οι οποίες θα μεταδώσουν τη νόσο σε άλλα ζώα. Ωστόσο, με την μεταβολή των καιρικών συνθηκών, όπου πλέον οι χειμώνες δεν είναι τόσο ψυχροί όπως παλαιότερα, οι σκνίπες μπορεί να δραστηριοποιούνται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.
Στο αρχικό στάδιο, τα συμπτώματα του καλαζάρ είναι ήπια και συχνά περνούν απαρατήρητα. Τα πιο συχνά πρώιμα συμπτώματα περιλαμβάνουν:
Η έγκαιρη αναγνώριση αυτών των συμπτωμάτων μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη γρήγορη διάγνωση και την αποτελεσματική θεραπεία.
Καθώς η νόσος εξελίσσεται, τα συμπτώματα γίνονται εντονότερα. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων εξαρτάται από την κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος του σκύλου και την προσβολή ζωτικών οργάνων. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν:
Χωρίς θεραπεία, το καλαζάρ μπορεί να εξελιχθεί σε απειλητική για τη ζωή του σκύλου κατάσταση. Πιθανές επιπλοκές του είναι η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η σοβαρή αναιμία, η γενικευμένη καχεξία και η πολυοργανική ανεπάρκεια. Γι' αυτό η έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμη για την αποφυγή αυτών των καταστάσεων.
Η λεϊσμανίαση μπορεί να αντιμετωπιστεί με ειδική θεραπεία, αλλά η επιτυχία εξαρτάται από το στάδιο της νόσου και τη βλάβη που έχουν υποστεί ζωτικά όργανα όπως οι νεφροί. Ο κτηνίατρος καθορίζει την κατάλληλη αγωγή, που περιλαμβάνει φαρμακευτική θεραπεία και τακτική παρακολούθηση του ζώου.
Σε σοβαρές περιπτώσεις, όταν η πρόγνωση είναι δυσμενής ή η θεραπεία μη ρεαλιστική, η ευθανασία μπορεί να είναι μια λογική επιλογή.
Η σωστή διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη του οργανισμού. Συστήνεται υψηλής ποιότητας τροφή με χαμηλή περιεκτικότητα σε φώσφορο όταν ο σκύλος αντιμετωπίζει νεφρικά προβλήματα. Εξίσου σημαντική είναι και η καλή ενυδάτωση. Σε κάθε περίπτωση ο κτηνίατρος είναι υπεύθυνος να προσαρμόσει τη διατροφή του σκύλου με βάση τις ανάγκες του και να συστήσει ειδικές κτηνιατρικές δίαιτες εφόσον χρειάζεται.
Αν και δεν υπάρχει εμβόλιο που να παρέχει απόλυτη προστασία, η πρόληψη είναι καθοριστικής σημασίας. Ορισμένα μέτρα περιλαμβάνουν:
Επιπλέον, η τακτική εργαστηριακή παρακολούθηση, τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο, είναι απαραίτητη για την πρώιμη διάγνωση και την προστασία του σκύλου.
Υπάρχει εμβόλιο για τη λεϊσμανίαση (καλαζάρ) του σκύλου, το οποίο προσφέρει σημαντική, αν και όχι απόλυτη προστασία του σκύλου, ενισχύοντας το ανοσοποιητικό του σύστημα έναντι του παρασίτου και το οποίο επαναλαμβάνεται ετησίως. Είναι απαραίτητο προτού γίνει ο εμβολιασμός του ζώου, ο σκύλος να ελεγχθεί μέσω αιματολογικών εξετάσεων για να επιβεβαιωθεί ότι είναι αρνητικός στη λεϊσμανίαση.
Το εμβόλιο, μιας και δεν παρέχει 100% προστασία από τη μόλυνση, θα πρέπει να αποτελεί συμπληρωματικό μέτρο πρόληψης και να μην αντικαθιστά τα υπόλοιπα που ήδη αναφέρθηκαν, όπως οι απωθητικές αμπούλες ή τα αντιπαρασιτικά περιλαίμια που προστατεύουν από το τσίμπημα της σκνίπας.
Η λεισμανίαση μπορεί να μεταδοθεί και στον άνθρωπο, ωστόσο η μετάδοση δεν γίνεται άμεσα από τον σκύλο. Το παράσιτο μεταφέρεται μέσω συγκεκριμένων ειδών σκνίπας που τσιμπούν ανθρώπους και λειτουργούν ως φορείς της νόσου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιδημιολογικά δεδομένα, η κύρια πηγή μετάδοσης στον άνθρωπο σχετίζεται με μολυσμένες σκνίπες και όχι με την απλή επαφή με έναν σκύλο που νοσεί. Άλλωστε, ενώ κάθε χρόνο καταγράφονται πολλά περιστατικά λεϊσμανίασης σε σκύλους στην Ελλάδα, τα ανθρώπινα κρούσματα παραμένουν σχετικά περιορισμένα.
Η λεϊσμανίαση μπορεί να εντοπιστεί στον άνθρωπο με τρεις μορφές:
Τα συμπτώματα του καλαζάρ στον άνθρωπο εμφανίζονται συνήθως μερικές εβδομάδες ή και μήνες μετά το τσίμπημα από μολυσμένη σκνίπα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους σκύλους. Τα πιο κοινά συμπτώματα περιλαμβάνουν: παρατεταμένο πυρετό, απώλεια βάρους, διογκωμένο ήπαρ και σπλήνα, αναιμία, αδυναμία και πρησμένους λεμφαδένες.
Η λεισμανίαση δεν μεταδίδεται άμεσα από σκύλο σε σκύλο. Για να εξαπλωθεί η νόσος απαιτείται η παρουσία μολυσμένης σκνίπας, η οποία λειτουργεί ως ενδιάμεσος φορέας του παρασίτου. Αν ένας σκύλος διαγνωστεί θετικός, είναι σημαντικό να εξεταστούν προληπτικά και τα υπόλοιπα ζώα του σπιτιού, ενώ παράλληλα θα πρέπει να ληφθούν μέτρα προστασίας απέναντι στις σκνίπες, ιδιαίτερα στους εξωτερικούς χώρους όπου ζουν ή κινούνται τα κατοικίδια και να συνεχίζεται η εφαρμογή εξωπαρασιτοκτόνων σκευασμάτων και στον σκύλο που νοσεί.
Η φροντίδα ενός σκύλου με λεισμανίαση δεν περιορίζεται μόνο στη θεραπεία και στις τακτικές εξετάσεις. Η διατήρηση μιας ήρεμης καθημερινότητας και η μείωση των παραγόντων στρες μπορούν να συμβάλουν θετικά στη γενική ευζωία και ποιότητα ζωής του σκύλου, ιδιαίτερα σε περιόδους θεραπείας ή ανάρρωσης.
Η σταθερή ρουτίνα, το ήρεμο περιβάλλον και η σωστή υποστήριξη βοηθούν τον σκύλο να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια. Σε αυτό το πλαίσιο, προϊόντα όπως η συσκευή διάχυσης ADAPTIL Calm Diffuser και το περιλαίμιο ADAPTIL Collar μπορούν να χρησιμοποιηθούν υποστηρικτικά, καθώς απελευθερώνουν φερομόνες κατευνασμού που βοηθούν τους σκύλους να παραμένουν πιο ήρεμοι στην καθημερινότητά τους.
Σε συνδυασμό με την καθοδήγηση του κτηνιάτρου, την πρόληψη απέναντι στις σκνίπες και τη σωστή παρακολούθηση της υγείας του, ο σκύλος μπορεί να συνεχίσει να απολαμβάνει μια καλή ποιότητα ζωής.